Nitro magazine official logo
Stories

Μια αληθινή ιστορία τρόμου ενός βρυκόλακα που περπατούσε στη Μύκονο

Οι κάτοικοι του νησιού τον ξέθαψαν, τον έσφαξαν για να βγάλουν την καρδιά και την έκαψαν επί τόπου.

vampire

Μπορεί τώρα να παρακολουθούμε ταινίες και σειρές με βρυκόλακες και βαμπίρ, άνετοι και χαλαροί στον καναπέ μας, ωστόσο στο πολύ μακρινό παρελθόν, καταγράφηκαν ιστορίες τρόμου από συγγραφείς που τις αποτύπωσαν στις σελίδες τους. Μάλιστα, μία εξ αυτών, συνέβη στη Μύκονο το 1700. Καταγράφηκε από τον βοτανολόγο περιηγητή του 18ου αιώνα, Joseph Pitton de Tournefort, ο οποίος συμπεριέλαβε την ιστορία στο έργο του Αφήγηση για ένα ταξίδι στην Εγγύς Ανατολή. Ο Tournefort ξεκίνησε μια διετή αποστολή από το Ελληνικό Αρχιπέλαγος και την Κωνσταντινούπολη, με διάφορες στάσεις σε νησιά και όχι μόνο.

Η τραγική ιστορία πίσω από το «Amber alert»: Η εξαφάνιση ενός κοριτσιού που του χάρισε το όνομα της

Πριν αναφερθεί στη Μύκονο, το νησί που χαρακτήρισε άγονο και ευχάριστο για τους ξένους, με μακαλό τυρί και σταφύλια, κατέγραψε πρώτα ένα σοκαριστικό γεγονός στην Κρήτη. Εκεί έμαθε για την ιστορία με μία γυναίκα που έκανε αφαίμαξη στο πόδι της για να θεραπευτεί ο πονοκέφαλος της. Οι ιερείς είχαν προτιμήσει να της χτυπούν το κεφάλι για να βγει ο διάβολος από μέσα της. Αργότερα, βέβαια, έγινε αυτόπτης μάρτυρας μιας τρομακτικής ιστορίας στη Μύκονο, οπότε αυτό στην Κρήτη δεν ήταν τίποτα.

Όταν έφτασε στο νησί των Ανέμων ο Tournefort, έμαθε για έναν χωρικό που δολοφονήθηκε στα χωράφια, άγνωστο από ποιον και γιατί. Ο νεκρός θάφτηκε κανονικά, ωστόσο δύο μέρες μετά ξεκίνησαν οι πρώτες ιστορίες με πρωταγωνιστή τον ίδιο να περπατά βιαστικά τη νύχτα στα στενά και να παίρνει από πίσω τους περαστικούς. Μάλιστα, το απέθαντο πλάσμα έμπαινε στα σπίτια και αναποδογύριζε έπιπλα, just for fun. Δεν ήταν επικίνδυνος, αλλά προφανώς κανείς δεν θέλει ένα βαμπίρ σπίτι του και πόσο μάλλον άτακτο. «Στην αρχή η ιστορία αντιμετωπίστηκε με γέλια, αλλά το πράγμα σοβάρεψε όταν οι πιο ευυπόληπτοι πολίτες άρχισαν να παραπονιούνται», έγραψε χαρακτηριστικά ο Tournefort.

Τα παράπονα λοιπόν ξεκίνησαν, με αποτέλεσμα οι τοπικές αρχές, μετά τα εννιάμερα, να προχωρήσουν σε εκταφή του πτώματος και να αφαιρέσουν την καρδιά του. Στο μεταξύ, την εγχείρηση ανέλαβε ο χασάπης της Μυκόνου, ο οποίος αφού τον πετσόκοψε πρώτα, άνοιξε την κοιλιά ψάχνοντας την καρδιά, αλλά μάταια. Τελικά, με τη βοήθεια του κοινού άνοιξε το διάφραγμα και αφαίρεσε το όργανο, όμως η δυσοσμία του σώματος σε συνδυασμό με το λιβάνι που έκαψαν για να την εξουδετερώσουν, ήταν τόσο έντονη που άρχισαν όλοι παρευρισκόμενοι να ζαλίζονται. Χωρίς λογική και σκέψη, θεώρησαν πως ο καπνός από το λιβάνι άχνιζε από το πτώμα οπότε όλοι φώναξαν «βρυκόλακας».

Ο χασάπης έκανε τα πράγματα χειρότερα, λέγοντας πως το πτώμα ήταν πολύ ζεστό και το αίμα κόκκινο, επομένως η εξήγηση που δόθηκε ήταν πως ο άτυχος νεκρός είχε πολλές αμαρτίες στο παρελθόν του, γιατί δεν είχε πεθάνει τελείως. Ο ίδιος ο Tournefort και η συντροφιά του προσπάθησαν να εξηγήσουν πως η θερμότητα των εντοσθίων του πτώματος ήταν φυσιολογική, αλλά άδικα. Με τα πολλά έπρεπε η καύση του να γίνει με τελετουργικό τρόπο στην ακτή, αλλά ο νεκρός συνέχιζε τα νυχτοπερπατήματα.

Η πρώτη μαζική δολοφονία που έγινε ποτέ στην Ελλάδα

«Ο κόσμος είχε παραφρονήσει. Ακόμα και οι πιο συνετοί φαίνονταν το ίδιο σαλεμένοι. Έβλεπε κανείς ολόκληρες οικογένειες να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και να έρχονται στα άκρα της πόλης, φέρνοντας τα κρεβάτια τους στην πλατεία, για να περάσουν εκεί τη νύχτα», έγραψε ο Γάλλος βοτανολόγος. Η κατάσταση είχε πλέον ξεφύγει, ενώ πολλοί έφυγαν για Σύρο και Τήνο. Οι χωρικοί ξεθάβαν το πτώμα τέσσερις φορές την ημέρα και κάρφωναν πάνω του αμέτρητα ελληνικά και τουρκικά σπαθιά, αλλά τίποτα.

Οι Μυκονιάτες άρχισαν να φωνάζουν να γίνει καύση όλου του πτώματος, πριν ερημώσει το νησί εντελώς. Ο Tournefort, επίσης, είχε αρχίσει να φοβάται με αυτόν τον πανικό και σήκωσε τα χέρια ψηλά. Σταμάτησε να προσπαθεί να τους πείσει πως δεν υπήρχε βρυκόλακας. Τελικά η λύση δόθηκε μετά την ολοκληρωτική καύση του πτώματος στη διπλανή βραχονησίδα του Αγίου Γεωργίου.

Την πρωτοχρονιά του 1701 ο Tournefort είδε τη φωτιά από μακριά καθώς επέστρεφε από τη Δήλο. Μετά την καύση του πτώματος εκεί, οι Μυκονιάτες ηρέμησαν και έκτοτε δεν ακούστηκε ξανά κανένα παράπονο.

follow us on social media