Nitro magazine official logo
News

Αφγανιστάν: Οι Ταλιμπάν καταστρέφουν αρχαιολογικούς θησαυρούς – Τι συμβαίνει με τα ελληνικά αρχαία

Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Καμπούλ, θεωρούνταν παλαιότερα ένα από τα καλύτερα του κόσμου, ενώ στα εκθέματα υπάρχει έντονα και το ελληνικό στοιχείο.

μουσείο Καμπούλ

Οι Ταλιμπάν συνεχίζουν να λεηλατούν το Αφγανιστάν, καθώς αιχμαλώτισαν τους επιμελητές και τους αρχαιολόγους του μουσείου της χώρας. Προσπαθούν να θέσουν στην κατοχή τους τοποθεσίες και αρχαιότητες που βρίσκονται ακόμη υπό τον έλεγχό τους. Η μοίρα όσων βρίσκονται υπό τη διαχείριση των Ταλιμπάν παραμένει αβέβαιη, όπως και η μοίρα του πολιτισμικού θησαυρού.

Η συλλογή περισσότερων από 80.000 αρχαίων αντικειμένων στο Εθνικό Μουσείο του Αφγανιστάν είναι σε κίνδυνο. «Έχουμε μεγάλες ανησυχίες για την ασφάλεια του προσωπικού και των συλλογών μας», δήλωσε ο Μοχάμαντ Φαχίμ Ραχίμι, διευθυντής του μουσείου. Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Καμπούλ, θεωρούνταν παλαιότερα ένα από τα καλύτερα του κόσμου, ενώ στα εκθέματα υπάρχει έντονα και το ελληνικό στοιχείο. Οι θησαυροί από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του, που αποτελούν στοιχεία του πολιτισμού στην περιοχή, είναι πλέον ευάλωτοι.

Μια τεράστια κληρονομιά από πολλούς διαφορετικούς λαούς μπορεί να βρει κανείς στο Αφγανιστάν. Από εκεί ο Βουδισμός εξαπλώθηκε στην Κίνα, ενώ ο Ζωροαστρισμός, ο Χριστιανισμός, ο Ιουδαϊσμός και ο Ινδουισμός άκμασαν πριν και μετά την άφιξη του Ισλάμ τον έβδομο αιώνα μ.Χ. Το Αφγανιστάν είναι γεμάτο με ερείπια αρχαίων πόλεων, μοναστηριών και τροχόσπιτων που φιλοξενούσαν ταξιδιώτες, συμπεριλαμβανομένου του Μάρκο Πόλο που πήγαινε στην αστραφτερή αυλή του Κουμπλάι Χαν.

Οι Ταλιμπάν υποστηρίζουν μια φονταμενταλιστική εκδοχή του Ισλάμ που απορρίπτει όλες τις εικόνες ανθρώπων και ζώων, γυρίζοντας στο προ-ισλαμικό παρελθόν. Οι αξιωματούχοι της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι διχασμένοι για το αν η ομάδα θα ξαναχτυπήσει όπως έκανε το 2001, όταν κατέστρεψε τους φημισμένους Βούδες του Μπαμιάν, καθώς και πλήθος αντικειμένων και αγαλμάτων στο μουσείο της Καμπούλ.

Μετά τον εμφύλιο την δεκαετία του 1990, το μουσείο υπέστη σοβαρές ζημιές και ένα σημαντικό μέρος των συλλογών του λεηλατήθηκε και βανδαλίστηκε. Μετά την ήττα των Ταλιμπάν το 2001, η ανακατασκευή του Μουσείου, αποτέλεσε προτεραιότητα του υπουργείου Πολιτισμού του Αφγανιστάν.

Πολλοί ειδικοί της Αφγανικής πολιτιστικής κληρονομιάς αγωνιούν. «Έχουν αλλάξει την εικόνα τους, αλλά εξακολουθούν να είναι μια πολύ ιδεολογική και ριζοσπαστική ομάδα», δήλωσε ο Ομάρ Σαρίφι, καθηγητής κοινωνικών επιστημών στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο του Αφγανιστάν. Έφυγε χθες από την Καμπούλ για το Δελχί, λέγοντας ότι είχε δεχθεί άμεσες απειλές από μέλη των Ταλιμπάν. Άλλες αφγανικές πηγές πρόσθεσαν ότι το προσωπικό της πολιτιστικής κληρονομιάς σε όλη τη χώρα έχει λάβει μηνύματα και τηλεφωνήματα από αξιωματούχους των Ταλιμπάν που τους κατηγορούν ότι συνεργάζονται με διεθνείς οργανισμούς.

Η δωρεά της Ελλάδας

Η Ελλάδα συνέβαλλε τη δεκαετία του 2000 για την αποκατάσταση του Αρχαιολογικού Μουσείο της Καμπούλ. Το 2002 πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα της UNESCO το «Διεθνές Συνέδριο για την Αποκατάσταση της Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Αφγανιστάν», όπου η Ελλάδα ανακοίνωσε τη διάθεση 750.000 $ για την αποκατάσταση της πολιτιστικής κληρονομιάς στη χώρα.

Το ποσό αυτά τα επόμενα χρόνια δαπανήθηκε κυρίως στην ανασυγκρότηση της πολιτιστικής υποδομής του Αφγανιστάν, τόσο στην αποκατάσταση του κτιρίου του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, όσο της Εθνικής Πινακοθήκης και του Εθνικού Θεάτρου. Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο ξανάνοιξε στα τέλη του 2005, με τα εγκαίνια να τελούνται από τον τότε πρόεδρο Χαμίντ Καρζάι.

Επίσης την περίοδο του εμφυλίου πολέμου στο Αφγανιστάν, το υπουργείο Πολιτισμού της Ελλάδας αγόρασε αφγανικές αρχαιότητες προκειμένου να τις φυλάξει και να τις επιστρέψει στους νόμιμους κατόχους.

Νεκροί δύο πολίτες που ύψωσαν την σημαία του Αφγανιστάν – Ταλιμπάν χτυπούν όσους πηγαίνουν στο αεροδρόμιο

Η σύνδεση της Ανατολής με την Ελλάδα και τον Μέγα Αλέξανδρ

Η αρχαία Βακτριανή βρίσκεται στο βόρειο Αφγανιστάν, στα σύνορα με την πρώην Σοβιετική Ένωση.  Το 330 π.Χ., όταν ο Μέγας Αλέξανδρος κατέλυσε την Περσική Αυτοκρατορία, έφτασε στη Βακτριανή καταδιώκοντας τον σατράπη της, Βήσσο, ο οποίος είχε σκοτώσει τον Δαρείο Γ’ και είχε αυτοανακηρυχθεί βασιλιάς. Το Κανταχάρ, που ήταν κάποτε πρωτεύουσα, χτίστηκε από τον Μακεδόνα στρατηλάτη ως η Αλεξάνδρεια η εν Αραχωσία, ενώ στη συνέχεια η χώρα πέρασε στην κυριαρχία των κληρονόμων του, Σελευκίδων.

Το 250 π.Χ. ιδρύθηκε από τον Έλληνα σατράπη της Βακτριανής Διόδοτο Α’ το Σωτήρα, ο οποίος αποσχίστηκε από τους Σελευκιδείς, το ελληνικό βασίλειο της Βακτριανής. Αποτέλεσε -μαζί με το μετέπειτα Ινδοελληνικό βασίλειο- το ανατολικότερο άκρο του ελληνιστικού κόσμου, καλύπτοντας μία περιοχή μεταξύ της Βακτριανής και της Σογδιανής της κεντρικής Ασίας -σύγχρονο βόρειο Αφγανιστάν- από το 250 π.Χ. έως το 125 π.Χ.

Η περιοχή εξερευνήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 από σοβιετική αποστολή αρχαιολόγων, με επικεφαλής τον γεννημένο στην Τασκένδη από Πόντιους γονείς Βίκτωρ Σαριγιαννίδη (1929-2013). Ο ελληνικής καταγωγής αρχαιολόγος είχε φτάσει εκεί σε ταραγμένες και πάλι εποχές, το 1978, λίγο πριν τη σοβιετική εισβολή στη χώρα, για να πραγματοποιήσει το όνειρο της ζωής του. Ανέσκαψε ένα λόγο που ονομάζεται «Τιλιά Τεπέ» (Χρυσός λόφος), μια νεκρόπολη στην ουσία, όπου, αν και δεν έχει ενδείξεις, θεωρούσε πως άνθισε ένας σπουδαίος πολιτισμός.

Ειδικοί της παγκόσμιας κοινότητας υποστήριζαν ότι τα ευρήματα μπορούν να συγκριθούν μόνο με την ανακάλυψη του τάφου του Τουταγχαμών στην Αίγυπτο.  Ο Σαριγιαννίδης είχε εντοπίσει εννέα τάφους. Μέχρι τον Φεβρουάριο του ‘79, οπότε αναγκάστηκε να σταματήσει λόγω περιόδου βροχών, είχε προλάβει να ανασκάψει τους έξι. Επρόκειτο για μία ανδρική ταφή και πέντε γυναικείες. Ο αρχαιολογικός θησαυρός που ανασύρθηκε από αυτούς ήταν μια συλλογή που περιλαμβάνει 21.000 χρυσά κτερίσματα και στολίδια.

Κάποια από τα ευρήματα ήταν: Η Αφροδίτη με τον μικρό Έρωτα, ο Διόνυσος και η Αριάδνη καβάλα σε λιοντάρια, τρίτωνες πάνω σε δελφίνια και μικροί Ερωτιδείς που ιππεύουν ψάρια, η θεά Αθηνά και η θεά Κυβέλη. Πολεμιστές με ελληνική πανοπλία. Ανθρώπινες μορφές, δράκοι, πουλιά, μυθικά ζώα σμιλεμένα σε χρυσό και σκαλισμένα σε ελεφαντόδοντο, αποκαλύπτουν πανάρχαιους μύθους και αναδύουν το αρχαίο παρελθόν και συνδέουν τα βάθη της Ανατολής με την Ελλάδα και τον Μέγα Αλέξανδρο.

Οι νεκροί είχαν ταφεί μεταξύ του 1ου αι. π.Χ. και του 1ου αι. μ.Χ. Ο Σαριγιαννίδης δεν πρόλαβε, εξ αιτίας του πολέμου που είχε ξεσπάσει, να ολοκληρώσει την ανασκαφή, αφήνοντας βορά στα νύχια των αρχαιοκαπήλων τρεις ακόμη τάφους που δεν ερεύνησε. Σε έναν από τους τάφους βρέθηκαν τα λείψανα μιας γυναίκας περίπου 30 ετών, που φορούσε δαχτυλίδια με εικόνες της θεάς Αθηνάς και ένα ζευγάρι ταιριαστά κοσμήματα, με χρυσές φιγούρες δράκων σε σχήμα S, σαν να είχαν εξημερωθεί. Κάποιοι αρχαιολόγοι λένε πως ο τάφος αυτός μάλλον ανήκε σε Ελληνίδα.

Τι θα γίνει με τα αρχαία

Οι επιμελητές της Καμπούλ επιταχύνουν τις προσπάθειες εξαγωγής αντικειμένων σε έκθεση μουσείου στο Παρίσι. Ο Philippe Marquis, διευθυντής της Γαλλικής Αρχαιολογικής Αντιπροσωπείας στο Αφγανιστάν, ελπίζει να επιστρέψει σύντομα στην Καμπούλ για να επιβλέψει την αποστολή των αρχαιοτήτων που συνδέονται με το Παρίσι. «Η κατάσταση είναι απρόβλεπτη. Οι άνθρωποι στην Καμπούλ φοβούνται τους Ταλιμπάν» είπε.

Οι Ταλιμπάν έχουν ήδη τον πλήρη έλεγχο του Mes Aynak, ενός από τα μεγάλα αρχαία βουδιστικά μοναστήρια της Κεντρικής Ασίας που βρίσκονται λίγο έξω από την πρωτεύουσα. Μαζί με τα βουδιστικά stupas και τα αγάλματα είναι συνολικά 10.000 αντικείμενα που ανασκάφηκαν από τον χώρο, συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από 2.500 νομισμάτων. Η ομάδα εποπτεύει επίσης τώρα το νέο μουσείο στην Χεράτ, καθώς και μικρότερα μουσεία και συλλογές στην Κανταχάρ, τη Γκάζνι και το Μπαλκ.

Οι Αφγανοί αξιωματούχοι αρνούνται να πουν τι σχέδια έχουν για την παγκοσμίου φήμης συλλογή του Εθνικού Μουσείου. «Πρέπει να προστατεύσουμε τα τεχνουργήματα, αλλά το ερώτημα είναι πώς θα βρούμε μια ασφαλή τοποθεσία», δήλωσε μια κυβερνητική πηγή. «Δεν υπάρχει τρόπος να φύγουν από τη χώρα, ούτε το προσωπικό». Ένας άλλος πρόσθεσε ότι είναι πεπεισμένος ότι τα Ηνωμένα Έθνη θα ασκήσουν πίεση στους Ταλιμπάν για να προστατεύσουν αξιωματούχους της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και τεχνουργήματα και αρχαίους χώρους.

Τον ρωμαϊκό ναό του Βαάλ στην αρχαία Παλμύρα ανατίναξαν οι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους, που κατέχουν την πόλη, ενισχύοντας τους φόβους της διεθνούς κοινότητας για την τύχη των μνημείων.

Η καταστροφή της αρχαίας Παλμύρα

Ολική ήταν η καταστροφή του ναού του Βαάλ Σαμίν, του δεύτερου πιο σημαντικού στην αρχαία Παλμύρα. Είχε σοκάρει όλο τον κόσμο, με την επικεφαλής της UNESCO, Ιρίνα Μπόκοβα, να δηλώνει: «Η καταστροφή αυτή αποτελεί ένα ακόμη έγκλημα πολέμου και μία τεράστια απώλεια για τον συριακό λαό και την ανθρωπότητα. Οι δράστες της φρίκης πρέπει να λογοδοτήσουν για τις πράξεις τους». Οι μαχητές του Ισλαμικού Κράτους αποκεφάλισαν τον 82χρονο συνταξιούχο έφορο αρχαιοτήτων της αρχαίας Παλμύρας, γιατί αρνήθηκε να αποκαλύψει πού ήταν κρυμμένες πολύτιμες αρχαιότητες στους πολεμιστές του ISIS.

Η Παλμύρα φημιζόταν για τις άριστα διατηρημένες ελληνορωμαϊκές της αρχαιότητες, αλλά έπεσε στα χέρια των ισλαμιστών το 2015 και συνεχιζόταν μέχρι το 2017, όταν επήλθε και η καταστροφή του Τετράπυλου στη συριακή πόλη.  Ο ναός του Βαάλ Σαμίν κατασκευάσθηκε το 17 μ.Χ., ενώ το κτίσμα επεκτάθηκε σημαντικά από τον αυτοκράτορα Αδριανό το 130 μ.Χ. Γνωστή και ως «Μαργαριτάρι της Ερήμου», η Παλμύρα είναι όαση, σε απόσταση 210 χλμ. βορειοδυτικά της Δαμασκού. Η πρώτη γνωστή αναφορά στο όνομα της πόλης χρονολογείται στον 19ο π.Χ. αιώνα, σε επιγραφή που την αναφέρει ως σταθμό για καραβάνια στον Δρόμο του Μεταξιού.

Το Τετράπυλο είχε ανεγερθεί την εποχή του Διοκλητιανού, στα τέλη του 3ου αιώνα. Ήταν ένα τετράγωνο με τέσσερις κολώνες σε κάθε πλευρά. Από τις 16 κολώνες, μόνο η μία είναι η αρχική, ενώ οι άλλες είχαν ανακατασκευαστεί το 1963 από τσιμέντο από τη συριακή υπηρεσία αρχαιοτήτων. Οι αρχικές κολώνες ήταν από ροζ γρανίτη που είχε μεταφερθεί από την Αίγυπτο.

Στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όμως, η πόλη γνωρίζει τη μεγαλύτερη ακμή της, που διαρκεί τέσσερις και πλέον αιώνες, μέχρι το 400 μ.Χ. Πριν από την επικράτηση του Χριστιανισμού τον 2ο αιώνα μ.Χ., οι κάτοικοι λατρεύουν τον σημιτικό θεό Βαάλ, ο ναός του οποίου είναι ένας από τους τρεις σημαντικότερους της πόλης, μαζί με εκείνους των θεοτήτων Γιαριμπόλ του Ηλιου και Αγκλιμπόλ της Σελήνης.

follow us on social media