Πίνακας Περιεχομένων
    1. Υπήρξαν τραυματίες από την σύγκρουση
    2. «Μας πιάνουν τα κλάματα για τους ανθρώπους που βλέπουμε σε φορεία»

    Ο ηθοποιός, Κωνσταντίνος Μπιμπής, έγινε μάρτυρας του σιδηροδρομικού ατυχήματος, που σημειώθηκε χθες στη Λιβαδειά. Μέσω Instagram, περιέγραψε την τραγικότητα της κατάστασης, καθώς επενέβαινε μέσα στο τρένο που συγκρούστηκε. Ο ίδιος ανέφερε ότι επέλεξε το τρένο, καθώς θεώρησε ότι είναι ένα ασφαλέστερο μεταφορικό μέσο εν μέσω κακοκαιρίας. Για μέρες άλλωστε μας προετοίμαζαν για το τι έπεται.

    Ο Κωνσταντίνος Μπιμπής μέσα από μια σειρά από stories έγραψε τα όσα βίωσε. «Είμαι στο σταθμό Λαρίσης και περιμένω το τραίνο των 12:22. Ακούω πως ακυρώνεται το δρομολόγιο των 12:50 για Χαλκίδα. Ρωτάω πώς γίνεται να ακυρώθηκε για Χαλκίδα και για Θεσσαλονίκη να ισχύει. Δεν έχουν καμία ενημέρωση ακύρωσης. Ήδη κάτι βρωμάει».

    Και συνεχίζει: «Δεν θα δώσουμε σήμα ότι κόπηκαν τα τραίνα, θα τα στείλουμε και ό,τι γίνει. Επειδή ήταν και 200 άνθρωποι με εισιτήρια και θα ταλαιπωρηθούν, λέω θα μπω, κάτι ξέρουν. Λάθος. Η όλη διοικητική απόφαση να ταξιδέψει το τραίνο παίχτηκε κορώνα-γράμματα στις ζωές 200 ανθρώπων. Βγαίνοντας από την Αθήνα το τοπίο μοιάζει τρομακτικό. Μετά από μια ώρα, στις 2 παρά, το τρένο σταματάει σιγά σιγά. Έξω φαίνεται κάτι σαν μικρός σταθμός. Καμία ενημέρωση από τα μεγάφωνα. Μετά από μισή ώρα κόβεται και το ρεύμα.

    Δεν μπορούμε να βγούμε πια από το τραίνο. Κόβεται και η θέρμανση κι έξω παγετώνας. Είναι μόλις 3 το μεσημέρι. Περνάει άλλη μια ώρα κι ενημερώνουν ότι περιμένουμε άλλη μηχανή γιατί η προηγούμενη χάλασε. Ψιλό στη ζούλα και μετά από πίεση ένας μηχανικός μας εκμυστηρεύεται ότι έπεσε η ποδιά της μηχανής στις ράγες, από το βάρος του χιονιού. Με κάνει να σκέφτομαι ποια είναι τα πρωτόκολλα ασφαλείας και ελέγχου που επιτρέπουν τέτοια ζημιά. Μετά από μια ώρα έρχεται η μηχανή, μας ρυμουλκεί περίπου ένα χιλιόμετρο και σβήνει».

    Υπήρξαν τραυματίες από την σύγκρουση

    Ακόμα δεν έχουν έρθει τα χειρότερα, παρότι ήδη βρίσκονταν για ώρες εγκαταλελειμμένοι στη μέση του πουθενά, χωρίς φαγητό και θέρμανση. «Μας ενημερώνουν ότι θα έρθει άλλη μηχανή. Έξω σκοτεινίαζει, δεν έχουμε ρεύμα, δεν έχουμε νερό. Δεν μπορούμε να βγούμε από το τραίνο και το προσωπικό του είναι άφαντο. Μας είχαν δώσει απλά ένα μικρό μπουκαλάκι νερό και εξαφανίστηκαν. Τελικά η μηχανή έρχεται και μας τρακάρει. Ένα μικρό τραίνο δηλαδή έπεσε πάνω μας. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή. Η εσωτερική οροφή του τραίνου σχεδόν κατέρρευσε. ΑΝ βρισκόταν κάποιος εκεί θα ήταν νεκρός. Από θαύμα δεν χτύπησε κανείς.

    Δίπλα μας ένα κομμάτι τοίχου δίπλα στην τουαλέτα, στο πίσω μέρος, ξεκόλλησε. Ακολούθησε σχετικά συγκρατημένος πανικός. Με έναν συνεπιβάτη γυρνάμε το βαγόνι κι ευτυχώς είναι όλοι καλά. Εμφανίζεται ένας από το προσωπικό να μας ρωτήσει αν υπάρχει γιατρός. Ένας ογκολόγος και μια φυσικοθεραπεύτρια έσπευσαν να βοηθήσουν. Φοβόμαστε και σκεφτόμαστε τι μπορεί να συνέβη στα πίσω βαγόνια, που ήταν κοντά στην σύγκρουση. Ακούμε για ένα ανοιγμένο κεφάλι, για ένα 9χρονο που θέλει νοσοκομείο, για ηλικιωμένους, για μια γυναίκα που λόγω του εγκλωβισμού και του σκοταδιού παθαίνει κρίσεις πανικού, για ένα μωρό. Δεν ακούμε όμως την παραμικρή ενημέρωση για το τι θα γίνει…» γράφει χαρακτηριστικά ο Κωνσταντίνος Μπιμπής.

    «Μας πιάνουν τα κλάματα για τους ανθρώπους που βλέπουμε σε φορεία»

    Περνάει άλλη μιάμιση ώρα κι η θερμοκρασία του τραίνου είναι κοντά στο μηδέν. Δεν μπορούμε να βγούμε από το τρένο. Από τα μεγάφωνα ενημερώνουν ότι θα μας ρυμουλκήσουν ως τη Δαύλεια. Τα σιωπηλά μεγάφωνα άρα λειτουργούσαν τόσες ώρες. Μετά από μια ώρα μας ρυμουλκούν και φτάνουμε στον κλειστό σταθμό της Δαύλειας. Κάποια ασθενοφόρα και περιπολικά είναι εκεί. Ξεφορτώνουν πάνω από 10 φορεία και παίρνουν τους τραυματίες. Για τους υπόλοιπους τίποτα, ούτε νερό, ούτε κουβέρτες, ούτε ψωμί. Ούτε καν ενημέρωση. Παγώνουμε και φοβόμαστε. Μας πιάνουν τα κλάματα για τους ανθρώπους που βλέπουμε σε φορεία. Στο βαγόνι μπαίνουν εθελοντές διασώστες για να δουν αν χτύπησε κανείς.

    Δεν ξέρουν τι θα απογίνουμε οι υπόλοιποι. Μένουμε εκεί 2 ώρες. Βγάζουμε ρούχα από τις βαλίτσες, διπλές κάλτσες, διπλά παντελόνια και διπλά ρούχα. Μοιραζόμαστε κάτι μπισκότα και είμαστε σε απόγνωση. Τελικά ξεκινάμε και μας πάνε Λιανοκλάδι. Μας στοιβάζουν σε λεωφορεία. Το μωράκι είναι καλά και τρέμουν τα δόντια του ασταμάτητα. Όταν φτάνουμε Λαμία μας ζητάνε κάποιοι να μπουν στα δωμάτια μαζί, γιατί δεν φτάνουν για όλους. Εγώ με έναν συνεπιβάτη – και φίλο μου πλέον- προσφερόμαστε να μείνουμε μαζί. Καμία πανδημία δεν μας απασχολεί, όπως δεν απασχόλησε κα κανένα ιθύνοντα 14 ώρες.

    Κάποιοι έμειναν χωρίς δωμάτιο και συνεχίζεται η αναμονή για μια λύση. Για φαγητό ούτε κουβέντα. Είμαστε νηστικοί 14 ώρες κι η ώρα είναι 2 το πρωί. Με τον συνεπιβάτη μου και δύο Κούρδους συνεπιβάτες, που είχαν ξαναβρεθεί Λαμία, ψάχνουμε με τα πόδια κάποιο μαγαζί ανοιχτό να φάμε, για να μην λιποθυμήσουμε».

    Τέλος, ο Κωνσταντίνος Μπιμπής, αναφέρει ότι μέχρι και τις 11μιση το πρωί δεν υπήρξε καμία ενημέρωση για το πώς θα πάνε στους προορισμούς τους, ενώ το ξενοδοχείο έπρεπε να αδειάσει τα δωμάτια!