Πίνακας Περιεχομένων
    1. Ένας απολιθωμένος πλούτος που μένει ανεκμετάλλευτος
    2. Παρατεταμένες προκλήσεις

    Το 2000, κατά τη διάρκεια ταξιδιού του, ο παλαιοντολόγος Jeffrey Wilson, βρέθηκε στο Εθνικό Μουσείο του Nagpur, της Ινδίας. Σκυμμένος καθώς ήταν, παρατήρησε ένα από τα πιο συναρπαστικά απολιθώματα που είχε δει ποτέ του. Την ανασκαφή τού, την είχε κάνει το 1984, ένας από τους συναδέλφους του, στο χωριό Dholi Dungri στο Γκουτζαράτ.

    «Ήταν η πρώτη φορά που τα οστά ενός μωρού δεινοσαύρου και τα αυγά του βρέθηκαν μαζί», λέει ο Wilson, αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Γεωλογικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν. Αλλά προς έκπληξή του, υπήρχε κάτι ακόμα περισσότερο. «Σε αυτό το δείγμα, τα οστά είχαν δύο μικρούς σπονδύλους που συνδέονταν με συγκεκριμένο τρόπο, κάτι που μέχρι τότε, είχαν μόνο τα φίδια», λέει.

    Για να βεβαιωθεί ότι δεν το παρερμήνευσε, ο Wilson αναζήτησε το ίδιο σχέδιο κατά μήκος του νωτιαίου μυελού. Και το βρήκε. «Ήταν σαν να έσβησε μια λάμπα στο κεφάλι μου. Θα μπορούσε να υπάρχει ένα προϊστορικό φίδι και σε αυτό το απολίθωμα;»

    Την απάντηση σε αυτό το ερώτημα και την εξήγηση για το απολίθωμα, δεν μπορούσε να τη δώσει στην Ινδία. Δεν υπήρχαν τα κατάλληλα εργαλεία. Ο Wilson χρειάστηκε τέσσερα χρόνια για να λάβει έγκριση από το Γεωλογικό Ινστιτούτο της Ινδίας, έναν κυβερνητικό φορέα που επιβλέπει τις γεωλογικές έρευνες σε ολόκληρη τη χώρα, για να μεταφέρει το δείγμα στις ΗΠΑ. Όταν ήρθε η ώρα, τα μάζεψε όλα σε ένα κουτί και τα έβαλε σε ένα σακίδιο που το κουβαλούσε μαζί του κατά την επιστροφή. Χρειάστηκε ένας χρόνος ειδικού καθαρισμού, προκειμένου να αφαιρεθεί η βραχώδης μήτρα γύρω από τα μαλακά και ευαίσθητα κόκκαλά.

    Στα χρόνια που ακολούθησαν, επιστήμονες, παλαιοντολόγοι και ειδικοί στα φίδια ερεύνησαν το απολίθωμα.

    Το 2013, με τον Ινδό παλαιοντολόγο Dhananjay Mohabey και άλλους από το Γεωλογικό Ινστιτούτο της Ινδίας, ο Wilson συνέγραψε μια εργασία που περιέγραφε την στιγμή που κατέγραψε το απολίθωμα. Όχι μόνο επιβεβαίωσαν την παρουσία ενός προϊστορικού φιδιού, αλλά διαπίστωσαν επίσης ότι τα σαγόνια του άνοιγαν διάπλατα, σαν να έτρωγαν το μωρό δεινόσαυρο, ένα που μόλις είχε εκκολαφθεί. Ο γεωλόγος που μελετούσε το έργο συμπέρανε ότι τα ζώα είχαν πιθανότατα θαφτεί σε μια κατολίσθηση λάσπης, ένα γεγονός που έγινε χωρίς προειδοποίηση, προκαλώντας αυτό το απολίθωμα στο χρόνο.

    Οι επιστήμονες παρατήρησαν πώς τα προϊστορικά φίδια δεν είχαν την ικανότητα να ανοίγουν τα σαγόνια τους αρκετά ώστε να καταπίνουν μεγάλα θηράματα, όπως έχουν την ικανότητα τα φίδια της σύγχρονης εποχής, από την εξέλιξη τους.

    Το 2013, ένα παρόμοιο δείγμα ανακαλύφθηκε στο ίδιο σημείο, με την ερευνητική ομάδα να ξεκινάει μια άλλη εργασία, που περιέγραφε πώς η ανατομία της Sanajeh indicus μοιάζει πολύ με αυτή των σύγχρονων σαυρών.

    Ένας απολιθωμένος πλούτος που μένει ανεκμετάλλευτος

    Με αυτόν τον τρόπο, τα απολιθώματα μπορούσαν να αποκαλύψουν μυστικά ενός αρχαίου παρελθόντος που δεν θα γνωρίζαμε διαφορετικά. Ωστόσο, παρά τα πρωτοποριακά ευρήματα που εξέλιξαν την επιστήμη τα τελευταία χρόνια, δεν υπάρχει αρκετή χρηματοδότηση ή συστηματική μελέτη του τεράστιου απολιθωμένου πλούτου της Ινδίας, λένε οι παλαιοντολόγοι.

    «Νομίζω ότι η κληρονομιά των απολιθωμάτων της Ινδίας είναι σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτη και έχει ξεχαστεί», λέει ο Advait M Jukar, παλαιοντολόγος στο Πανεπιστήμιο Yale και ερευνητής στο Τμήμα Παλαιοβιολογίας στο Ινστιτούτο Smithsonian στην Ουάσιγκτον. «Η Ινδία έχει δημιουργήσει τις πρώτες φάλαινες, μερικούς από τους μεγαλύτερους ρινόκερους και ελέφαντες που έχουν υπάρξει ποτέ, καθώς και περίεργα ερπετά πριν από την εποχή των δεινοσαύρων. Αλλά υπάρχουν τόσα πολλά κενά που πρέπει να πάρουν απαντήσεις».

    Παρά το γεγονός αυτό, με τα χρόνια, παλαιοντολογικά ευρήματα από την Ινδία βοήθησαν τους επιστήμονες να συγκεντρώσουν σημαντικές πληροφορίες για να καταρρίψουν παλιές θεωρίες και να ρίξουν νέο φως στο πώς εξελίχθηκε η ζωή με την πάροδο του χρόνου.

    Σε ορισμένες από αυτές τις ανακαλύψεις, βρίσκεται ο Ashok Sahni, ένας πρωτοπόρος παλαιοντολόγος του οποίου ο παππούς, ο πατέρας και ο θείος του ήταν εξίσου στην ίδια ειδικότητα. Ο Sahni βάζει συχνά χρήματα από την τσέπη του για τις αποστολές, από τις οποίες έχουν συλλεχθεί απολιθώματα που βρίσκονται στα ράφια του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Παντζάμπ.

    Ένα άλλο σημαντικό εξελικτικό γεγονός είναι αυτό των φαλαινών, θηλαστικά που μοιάζουν με ελάφια και κατοικούν στην ξηρά. Η έρευνα αποκάλυψε ότι όλες οι φάλαινες του κόσμου προέρχονται από τους βυθούς της Ινδίας και του Πακιστάν. «Γνωρίζουμε πώς μοιάζουν αυτές οι πρώιμες φάλαινες από ευρήματα στο Kutch, και στα βόρεια μέρη της Ινδίας και του Πακιστάν, αλλά δεν γνωρίζουμε πολλά για το πώς ήταν πριν», λέει ο Jukar.

    Αλλά η μελέτη αυτών των κομματιών του παρελθόντος μάς βοηθά επίσης να κατανοήσουμε πώς αντιλαμβανόμαστε το μέλλον και μας βοηθά να μετρήσουμε το επίπεδο της περιβαλλοντικής ζημίας που κάνουμε, λέει. «Για παράδειγμα, οι περισσότεροι παλαιοντολόγοι συμφωνούν ότι το είδος μας είχε κυρίαρχο ρόλο στην εξαφάνιση μεγάλων θηλαστικών όπως τα μαμούθ σε όλο τον κόσμο. Κάπως έτσι μπορούμε να καταλάβουμε πόσες οικολογικές λειτουργίες, όπως η διασπορά των σπόρων , ή μεταφορά θρεπτικών ουσιών, μπορεί να έχει χαθεί με αυτές τις εξαφανίσεις», λέει ο Jukar.

    Ορισμένες τοποθεσίες όπως η Βόρεια Αμερική έχουν την φήμη ως εστίες απολιθωμάτων, εξαιτίας ευρημάτων των δεινοσαύρων που έχουν γίνει δημοφιλή σε εκθέσεις μουσείων και λογοτεχνικών έργων. «Αντίθετα, οι τοποθεσίες απολιθωμάτων σε άλλα μέρη του κόσμου δεν είχαν την ίδια δημοφιλία παρά την επιστημονική τους σημασία», λέει ο Bonea.

    Αυτό εξηγείται από την αποτυχία της μεταπολίτευσης να αναγνωρίσει την αξία της απολιθωμένης κληρονομιάς και την αδυναμία να στηρίξει την ανάπτυξή της.

    Ακόμη και πριν επινοηθεί η λέξη δεινόσαυρος, γνωρίζουμε ότι τα πρώτα απολιθώματα καταγράφηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 1824 – ο Μεγαλόσαυρος βρέθηκε στο Oxfordshire και χρονολογείται από τη Μέση Ιουράσια περίοδο (περίπου 174 έως 164 εκατομμύρια χρόνια πριν).

    Το 1828, μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Sleeman βρήκε τα δύο πρώτα απολιθώματα αυτού που θα ονομαζόταν τελικά, Titanosaurus indicus  στο Τζαλαπούρ της Κεντρικής Ινδίας. Πέρασαν από πολλά χέρια, μέχρι που ένας Βρετανός τα έστειλε στην Αγγλία μαζί με χιλιάδες άλλα απολιθώματα που συσκευάστηκαν σε σεντούκια και τα φόρτωσαν στα πλοία.

    Όλα αυτά είχαν αντίκτυπο, ειδικά σε μια γενιά παιδιών της Ινδίας, που μεγάλωσαν γνωρίζοντας πολύ λίγα για τους αυτόχθονες δεινόσαυρους τους. Αυτό εντυπωσίασε τον Wilson όταν άρχισε να εργάζεται για πρώτη φορά στην Ινδία. Εντόπισε μοντέλα του Tyrannosaurus rex και του Triceratops να δεσπόζουν έξω από ινδικά μουσεία.

    Το The Adventures of Padma and a Blue Dinosaur του Vaishali Shroff που δημοσιεύτηκε το 2018 σχεδιάστηκε για να γοητεύσει τα παιδιά, χρησιμοποιώντας τη μυθοπλασία και τη φαντασία για να συνδυάσει πραγματικές λεπτομέρειες σχετικά με τους δεινόσαυρους της Ινδίας.

    Έκτοτε, ο Shroff έχει μιλήσει με εκατοντάδες παιδιά σχολικής ηλικίας σε πολλές πόλεις της Ινδίας, γνωρίζοντάς τους με διάφορα είδη ινδικών δεινοσαύρων και τις σημαντικές ανακαλύψεις όλα αυτά τα χρόνια. «Ήθελα τα παιδιά να ερωτευτούν την απολιθωμένη κληρονομιά των δεινοσαύρων της χώρας μας και να τους κάνω να συνειδητοποιήσουν το γεγονός ότι τα απολιθώματα δεινοσαύρων θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται στις αυλές τους», λέει.

    Παρατεταμένες προκλήσεις

    Ακόμη και όταν αυξάνεται η ευαισθητοποίηση, τα τελευταία χρόνια, η κλοπή και ο βανδαλισμός σε εξέχουσες τοποθεσίες δεινοσαύρων σε ολόκληρη τη χώρα έχουν αποδειχθεί πρόκληση.

    Ωστόσο, δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα στην Ινδία, επισημαίνει ο Wilson. «Στην Αμερική επίσης, αν βρείτε ένα απολίθωμα στη γη σας, μπορείτε να το κάνετε ό,τι θέλετε. Δεν υπάρχει νόμος που να προστατεύει τα απολιθώματα δεινοσαύρων – αντιμετωπίζονται σαν ορυκτά. Και υπάρχουν πολλές προκλήσεις σε αυτή την προσέγγιση». Σε αντίθεση με τα ορυκτά, ωστόσο, η αξία ενός απολιθώματος δεινοσαύρου δεν είναι αμέσως εμφανής.

    Χωρίς την κατάλληλη υποδομή, τα περισσότερα απολιθώματα καταλήγουν στους σκονισμένους διαδρόμους των πανεπιστημιακών κτιρίων, λέει ο Sahni. «Το εύρημα του Rajasaurus ήταν επίσης έτσι», λέει. Τα οστά κείτονταν για 20 χρόνια πριν εντοπιστούν.