Nitro magazine official logo
News

Πέθανε ο Μίκης Θεοδωράκης σε ηλικία 96 ετών – Η πολιτική του δράση, η αντίσταση, οι εξορίες και οι φυλακίσεις

Ο καλλιτέχνης-σύμβολο της Ελλάδας για τον 20ο και τον 21ο αιώνα, ένας μουσικός με αποτύπωμα που δε συγκρίνεται, ο Μίκης Θεοδωράκης άφησε την τελευταία του πνοή και πέρασε στην αθανασία

Μίκης Θεοδωράκης

Η ιστορία της ελληνικής μουσικής πριν και μετά τη μεταπολίτευση, πέρασε πλέον στην αθανασία. Ο Μίκης Θεοδωράκης υπηρέτησε για σχεδόν 80 χρόνια την ελληνική τέχνη, άφησε το αποτύπωμα του στην πολιτικοκοινωνική κατάσταση της χώρας από τη δεκαετία του ’60 και μετά και σε ηλικία 96 ετών, άφησε την τελευταία του πνοή φεύγοντας πλήρης ημερών, εμπειριών και επιτευγμάτων. Ο θάνατος του έγινε γνωστός το πρωί της Πέμπτης χωρίς περισσότερες λεπτομέρειες.

«Εν αρχή ήν ο λόγος….η μεγαλύτερή μου φιλοδοξία είναι να υπηρετήσω πιστά τη νεοελληνική κυρίως ποίηση. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε ακούγοντας ένα τραγούδι, να μη μπορείς να φανταστείς τη μουσική σε άλλο κείμενο, ούτε όμως και το ποίημα με διαφορετική μουσική». Με αυτά τα λόγια, μέσα από τις φυλακές Ωρωπού όπου είχε φυλακιστεί το 1969, ο Μίκης Θεοδωράκης εξέφρασε την αγωνία του για τη δική του θέση στην ελληνική μουσική.

Η ποίηση ήταν η φλόγα που έκαιγε το καλλιτεχνικό του καντήλι και γι΄αυτό στην τεράστια αυτή πορεία, ο Μίκης Θεοδωράκης έχει μελοποιήσει μεταξύ άλλων ποιητές όπως:  Άγγελος Σικελιανός, Ανδρέας Κάλβος, Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης, Γιάννης Ρίτσος, Μανόλης Αναγνωστάκης, αλλά και Πάμπλο Νερούδα, Λόρκα, Μπέρναρντ Μπίαμ.

Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει γράψει όλων των ειδών τις μουσικές, από όπερες, συμφωνική μουσική, μουσική δωματίου, ορατόρια, μπαλέτα και χορωδιακή εκκλησιαστική, έως μουσική για αρχαίο δράμα, θέατρο, κινηματογράφο, έντεχνο λαϊκό τραγούδι και μετασυμφωνικά έργα. Το έργο του μπορεί να διακριθεί σε τρεις κύριες περιόδους.

Στην πρώτη περίοδο (1937-1960) συνθέτει έργα συμφωνικά και μουσικής δωματίου σύμφωνα με δυτικοευρωπαϊκές μορφές και σύγχρονες τεχνικές, στη δεύτερη περίοδο (1960-1980) επιχειρεί σύζευξη της συμφωνικής ορχήστρας με λαϊκά όργανα και δημιουργεί νέες φόρμες με βάση τη φωνή, ενώ από το 1981 επιστρέφει στις συμφωνικές μορφές και ασχολείται με την όπερα.

Η σκηνοθέτις και ηθοποιός Κάκια Ιγερινού αποτυπώνει όσο πιο πιστά γίνεται το συναίσθημα μπροστά στην απώλεια του σπουδαίου Μίκη.

Μίκης Θεοδωράκης: Η ζωή του

Γεννήθηκε το 1925 στη Χίο, στις 29 Ιουλίου, από πατέρα Κρητικό και μάνα Μικρασιάτισσα. Τον ονόμασαν Μιχαήλ Θεοδωράκη. Λόγω της δουλειάς του πατέρα του που ήταν ανώτερος δημόσιος υπάλληλος, ο Μίκης Θεοδωράκης πέρασε τα παιδικά του χρόνια μετακινούμενος σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, από τη Μυτιλήνη, τη Σύρο και την Αθήνα έως τα Ιωάννινα, το Αργοστόλι, την Πάτρα, τον Πύργο και την Τρίπολη.

Η μουσική τον σαγήνευσε από πολύ μικρή ηλικία, μόλις στα 10 του έτη και έγινε από την πιο απροσδόκητη πλευρά της. Η παρουσία του στην εκκλησία και οι ψαλμωδίες που άκουγε, τον «αιχμαλώτισαν». Στη συνέχεια έγινε ψάλτης και το 1937 ξεκίνησε μαθήματα βιολιού στο Ωδείο Αθηνών, όπου σπούδασε μουσική για μια τριετία. Σε αυτό το διάστημα είχε ήδη ξεκινήσει να κάνει συνθέσεις, βασισμένες κυρίως σε στίχους των Σολωμού, Παλαμά, Δροσίνη και Βαλαωρίτη. Μάλιστα, το 1941 ο Μίκης Θεοδωράκης εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με το ψευδώνυμο Ντίνος Μάης

Σε μια περίοδο που η Ελλάδα ήταν υπό τη γερμανική κατοχή, ο Μίκης Θεοδωράκης δίνει στην Τρίπολη, τούτο τον επαναστατικό τόπο, την πρώτη του συναυλία με τίτλο «Κασσιανή». Από κει και μετά ακολουθεί η συμμετοχή του στην αντίσταση, οι συλλήψεις και ο μεγάλος βασανισμός από τους Ιταλούς το 1943. Εκείνη τη χρονιά διαφεύγει προς την Αθήνα όπου γίνεται μέλος της ΕΠΟΝ και το 1944 αναλαμβάνει χρέη γραμματέα πολιτισμού.

Τον ίδιο χρόνο, ο Μίκης Θεοδωράκης εντάσσεται στον εφεδρικό ΕΛΑΣ Αθηνών εκτελώντας χρέη διαφωτιστή στον Πέμπτο Τομέα της ΕΠΟΝ και λαμβάνει μέρος σε μάχες κατά των Γερμανών και των Ταγμάτων Ασφαλείας, καθώς και στα Δεκεμβριανά, ως διμοιρίτης της Μεταξωτής Διμοιρίας του 1ου Τάγματος της Νέας Σμύρνης. Λόγω των προοδευτικών του ιδεών, καταδιώκεται από τις αστυνομικές αρχές. Για ένα διάστημα ζει παράνομος στην Αθήνα χωρίς να σταματήσει την επαναστατική του δράση.

Το 1947 εξορίζεται στην Ικαρία, όπου γνωρίζει τον Βασίλη Ζάννο και γράφει γι΄αυτόν το έργο «Ελεγείο και θρήνος στον Βασίλη Ζάννο». Ο Ζάννος είχε ενορχηστρώσει την αποτυχημένη απόπειρα απόδρασης στις αρχές του 1948 και εκτελέστηκε.  Ένα χρόνο αργότερα μεταφέρεται στη Μακρόνησο, από την οποία απολύεται τον Αύγουστο του 1949 ως ανάπηρος, κατόπιν βασανισμών.

Παρόλες τις καταδιώξεις και τις εξορίες, όταν έχει λήξει πια και ο Εμφύλιος, επιστρέφει στην Αθήνα για να πάρει το δίπλωμά του από το Ωδείο στην αρμονία, την αντίστιξη και τη φούγκα. Ήταν το 1950. Σε αυτό το διάστημα είχε ολοκληρώσει και τη στρατιωτική του θητεία, προς μεγάλη του απογοήτευση, μια περίοδος που τον οδήγησε σε απόπειρα αυτοκτονήσει. Το 1951 απολύθηκε οριστικά από τον στρατό και τρία χρόνια μετά μετανάστευσε με κρατική υποτροφία στο Παρίσι, όπου γράφτηκε στο Conservatoire και για σύντομο χρονικό διάστημα σπούδασε μουσική ανάλυση με τον Ολιβιέ Μεσιάν, καθώς επίσης και διεύθυνση ορχήστρας με τον Eugène Bigot.

Το 1954, ο Μίκης Θεοδωράκης θα φύγει για 4 χρόνια σχεδόν στο Παρίσι όπου και θα ακολουθήσει διεθνή καριέρα, γεμάτη αποθέωση και βραβεύσεις. Στη Γαλλία, ο Μίκης Θεοδωράκης συνέθεσε μουσική για το μπαλέτο της Ludmilla Tcherina, το Κόβεντ Γκάρντεν, το Μπαλέτο της Στουτγκάρδης.

Συνέγραψε τις τρεις μουσικές μπαλέτου «Αντιγόνη», «Les Amants de Teruel» και «Le Feu aux Poudres», οι οποίες γνώρισαν επιτυχία στη γαλλική πρωτεύουσα και στο Λονδίνο, ενώ την ίδια περίοδο συνέθεσε και το έργο «Οιδίπους Τύραννος». Το 1957 λαμβάνει το χρυσό μετάλλιο στο Φεστιβάλ της Μόσχας για την «Πρώτη Συμφωνία για πιάνο και ορχήστρα».

Από το εξωτερικό συνθέτει το 1958 τον Επιτάφιο, σε στίχους Γιάννη Ρίτσου, μια σύνθεση που έμελλε να στιγματίσει την πορεία της ελληνικής μουσικής. Όπως ακριβώς συνέβη και με το Άξιον Εστί, το πρώτο μεγάλο έργο του με χορωδία, το οποίο ο συνθέτης ονομάζει «λαϊκό ορατόριο – μετασυμφωνικό», με την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη και το δημοτικό τραγούδι να είναι οι κύριες επιρροές του για να φτάσει σε αυτό το έργο-μνημείο για την ελληνική τέχνη.

Την ίδια εποχή έγραψε και τη μουσική για τον δίσκο «Επιφάνια» σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη και συνέθεσε δεκάδες κύκλους τραγουδιών. Το 1959, με εισήγηση του Darius Milhaud, τιμήθηκε με το αμερικανικό βραβείο Copley Music Prize ως ο καλύτερος Ευρωπαίος συνθέτης της χρονιάς.

Το 1963 ιδρύει μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι τη Μικρή Συμφωνική Ορχήστρα Αθηνών και δίνει πολλές συναυλίες σ’ όλη την Ελλάδα με στόχο να κάνει τη συμφωνική μουσική, άκουσμα για τον λαό κι όχι προνόμιο της μεγαλοαστικής τάξης.

Το διάστημα 1967 έως 1980 στρέφεται ιδιαίτερα στη σύνθεση κύκλων τραγουδιών, συνθέτοντας 22 κύκλους, ανάμεσά τους και τα «Τραγούδια του αγώνα», «Ο ήλιος και ο χρόνος», «Μυθιστόρημα», «Αρκαδίες I, II, III, IV, VIII, X, XI», «Μπαλάντες» και άλλα. Αξιομνημόνευτη είναι η σύνθεση του Canto General, ένα παγκοσμίως αγαπημένο έργο βασισμένο στο ποίημα του Πάμπλο Νερούντα.

To 1970 του απονεμήθηκε το βραβείο BAFTA για πρωτότυπη μουσική για τη μουσική στην ταινία «Ζ», ενώ ήταν υποψήφιος στην ίδια κατηγορία το 1974 για την ταινία «Κατάσταση Πολιορκίας» και το 1975 για το «Σέρπικo». Για την ίδια ταινία κέρδισε υποψηφιότητα για βραβείο Γκράμι, όπως και εννιά χρόνια πριν, για τον «Ζορμπά».

Δύο χρόνια μετά τον επαναπατρισμό του και την πτώση της Δικτατορίας, ίδρυσε το κίνημα «Πολιτισμός της Ειρήνης» και έδωσε διαλέξεις σε όλη τη χώρα, ενώ το 1983 του απονεμήθηκε το βραβείο Λένιν για την Ειρήνη. Σε αυτό το διάστημα η μουσική του πορεία έχει στόχο να μεταδώσει την ειρήνη και την αγάπη των λαών, κυρίως ως προς τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Το 1986, μετά το δυστύχημα στο Τσερνόμπιλ, ο Μίκης Θεοδωράκης ξεκινάει περιοδεία σε όλη την Ευρώπη, την οποία χρησιμοποιεί ως όχημα για να εκφράσει την αντίστασή του στην ατομική ενέργεια.

Το 1994, στο Όσλο, κατά την υπογραφή συμφωνίας μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων, παρουσία των Πέρες και Αραφάτ, παρουσίασε το «Μαουτχάουζεν», ενώ τα επόμενα χρόνια παρουσίασε τις όπερές του «Ηλέκτρα» (1995), «Αντιγόνη» (1999) και «Λυσιστράτη» (1999).

Μίκης Θεοδωράκης: Η πολιτική του δράση

Πέραν του αντιστασιακού του αγώνα στη διάρκεια της Κατοχής, του Εμφυλίου και της Δικτατορίας, ο Μίκης Θεοδωράκης διαδραμάτισε σημαντικό πολιτικό ρόλο στην πορεία της Ελλάδας μέχρι και τα βαθιά του γεράματα, αφού μόλις το 2013 ανακοίνωσε την «συνταξιοδότησή» του από τα πολιτικά δρώμενα, αφού προηγούμενα, το 2011, είχε συμμετάσχει ενεργά στους κοινωνικούς αγώνες κατά των μνημονίων και μαζί με τον Μανώλη Γλέζο, τον επί δεκαετίες συναγωνιστή του, είχαν γίνει η φωνή των διαμαρτυριών εκείνης της χρονιάς, με τους Αγανακτισμένους. Επίσης, το 2018 είχε λάβει μέρος σε πορεία για τη Μακεδονία, στην τελευταία του παρουσία σε δημόσιο αγώνα με πολιτικό σκοπό.

Το 1964 εκλέγεται για πρώτη φορά βουλευτής της ΕΔΑ στη Β’ εκλογική περιφέρεια Πειραιά και, ένα χρόνο αργότερα, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του ίδιου κόμματος. Το 1967, η δικτατορία των συνταγματαρχών απαγορεύει την εκτέλεση, την πώληση και την ακρόαση των τραγουδιών του. Την ίδια χρονιά (1967) γίνεται ιδρυτικό μέλος της αντιστασιακής οργάνωσης «Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο» (ΠΑΜ) και λόγω της δράσης του συλλαμβάνεται τον Αύγουστο του 1967.

Ακολουθεί η φυλάκισή του στην οδό Μπουμπουλίνας, η απομόνωση, οι φυλακές Αβέρωφ, η μεγάλη απεργία πείνας, το νοσοκομείο, η αποφυλάκιση και ο κατ’ οίκον περιορισμός, η εκτόπιση με την οικογένειά του στη Ζάτουνα Αρκαδίας και, τέλος, το στρατόπεδο Ωρωπού. Εκεί θα φτάσει πολύ κοντά στον θάνατο λόγω πείνας και πολλές διεθνείς προσωπικότητες θα ζητήσουν επίμονα την απελευθέρωση του.

Στον Ωρωπό θα είναι μπροστάρης στην προσπάθεια των 28 κρατουμένων για καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, ενώ θα συνθέσει και το Μην Ξεχνάς Τον Ωρωπό. Σε ένα ντοκιμαντέρ που έγινε πριν αρκετά χρόνια, ο Μίκης Θεοδωράκης είχε αναφερθεί στην περίοδο της φυλάκισης του στον Ωρωπό.

«Σαν εκπρόσωπος των κρατουμένων είχα πάει στο διοικητή και του είχα δώσει τις αιτήσεις όλων των κρατουμένων για τον Ερυθρό Σταυρό. Η γραμμή της διοίκησης ήταν ότι ο καθένας έπρεπε να πάει μόνος του να κάνει την αίτηση, μήπως εκεί ο διοικητής μιλώντας του να τον καταφέρει να κάνει δήλωση. Εμείς θέλαμε να ‘μαστε όλοι μαζί. Κι έτσι ο ανθυπασπιστής μπήκε μέσα, και μου ‘φερε όλο τον πάκο τις αιτήσεις και πάνω έγραφε ”Επιστρέφονται, διότι δεν συνεμορφώθη προς τις απαιτήσεις”.

Λοιπόν, είμαστε έτοιμοι να βγούμε έξω, αλλά τα μεγάφωνα είπαν ότι σήμερα απαγορεύεται η έξοδος. Είχα λοιπόν μπροστά μου τους στίχους αυτούς, τον πρώτο στίχο γραμμένο από τον διοικητή, έγραψα το τραγουδάκι, ”διότι δε συμμορφώθην προς τις απαιτήσεις, μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει μες το σύρμα περπατώ”. Και το μεσημέρι, το βράδυ κατεβαίνουμε στο εστιατόριο, τους τραγούδησα το καινούριο τραγούδι και μάλιστα εμήνυσα στο διοικητή ότι έχει και πνευματικά δικαιώματα, γιατί ο πρώτος στίχος είναι δικός του.

Μια μέρα νομίζω ήταν Φλεβάρης – Μάρτης του ’70, όλο το στρατόπεδο είμαστε μέσα, κοιμόμαστε όλοι, και κάποιος φρουρός με ξύπνησε. Κύριε Μίκη, μου λέει, κάποιοι τραγουδάνε δικά σας τραγούδια. Βγήκα λοιπόν κι ήρθα εδώ. Φύσαγε λίγος αέρας και με τον αέρα ερχότανε το Ροδόσταμο. Ήταν μια παρέα τρεις – τέσσερις άντρες, μια γυναίκα και βάδιζαν αργά, στο μώλο. Εγώ γνώρισα από το ύφος που τραγουδούσε, μού ‘ρθε ότι είναι ο Χιώτης. Κατάλαβα, αλλά δεν ήμουνα βέβαιος. Αυτοί όμως βάδιζαν μ’ ένα τρόπο επίσημο, θά ‘λεγα. Αργά, ιεροτελεστικά. Έβλεπαν προς εμάς και προχωρούσαν.

Σιγά – σιγά άρχισαν να ξυπνούν και οι άλλοι κρατούμενοι και γέμισε εδώ όλο το συρματόπλεγμα απ’ τους κρατούμενους. Και έφυγε ένας νοματάρχης από το διοικητήριο και πήγε εκεί. Είδαμε ότι συνομιλούσαν μαζί, δεν τον έπιασαν το Χιώτη. Και τον άφησαν. Φύγαμε κι εμείς. Την άλλη μέρα μαθαίνουμε από τον Τύπο ότι ο Μανώλης Χιώτης είχε πάει στον Ωρωπό, το απόγευμα, γύρισε στο σπίτι του στον Ωρωπό και έπαθε καρδιακή προσβολή και πέθανε».

Στις 13 Φεβρουαρίου του 1970, περισσότεροι από 300 ξένοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες ζητούν την απελευθέρωση του Μίκη Θεοδωράκη. Προσωπικότητες, όπως οι Ντμίτρι Σοστακόβιτς, Άρθουρ Μίλερ, Λόρενς Ολιβιέ και Ιβ Μοντάν, δημιουργούν επιτροπές. Τελικά, το 1970, υπό τις πιέσεις αυτές και με τη μεσολάβηση του Γάλλου πολιτικού και συγγραφέα Ζαν Ζακ Σρεβάν Σρεμπέρ, η δικτατορία τον αφήνει να φύγει στο Παρίσι. Ήταν 13 Απριλίου του 1970.

Το 1972 ο Μίκης Θεοδωράκης ιδρύει την πολιτική κίνηση «Νέα Ελληνική Αριστερά» και γίνεται συνιδρυτής του Εθνικού Συμβουλίου Αντίστασης. Το 1974 ήταν υποψήφιος βουλευτής Β΄ Πειραιά με την «Ενωμένη Αριστερά». Το 1975 επανεξελέγη μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΔΑ, ενώ το 1978 συμμετείχε στις δημοτικές εκλογές ως υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων υποστηριζόμενος από το ΚΚΕ. Έναν χρόνο αργότερα έγινε ιδρυτικό μέλος της Κίνησης για την Ενότητα της Αριστεράς (ΚΕΑ).

Το 1981 εξελέγη βουλευτής Β΄ Πειραιά με το ψηφοδέλτιο του ΚΚΕ και το 1985 βουλευτής Επικρατείας πάλι με το ΚΚΕ. Το 1987 υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ελληνοτουρκικής Επιτροπής Φιλίας. Το 1989 γίνεται, μαζί με τον σκηνοθέτη Θεόδωρο Αγγελόπουλο, ιδρυτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου, η οποία απονέμει τα βραβεία «Φελίξ». Στις 16 Οκτωβρίου 1989 συμπεριλήφθηκε στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας. Εξελέγη στις εκλογές της 5ης Νοεμβρίου και επανεξελέγη στις εκλογές του Απριλίου του 1990. Και στις δύο περιπτώσεις κατέθεσε δήλωση ανεξαρτήτου βουλευτή, συνεργαζόμενου με τη ΝΔ.

Όπως είχε δηλώσει στον Τύπο ο Μίκης Θεοδωράκης, στρατεύτηκε με τη ΝΔ «η οποία είναι η ισχυρή έπαλξη που μπορεί να βγάλει τον τόπο από τα εθνικά αδιέξοδα στα οποία οδηγήθηκε από την οκτάχρονη πολιτική του ΠΑΣΟΚ». Από τις 29 Νοεμβρίου 1989, έως τις εκλογές της 8ης Απριλίου 1990 υπήρξε ανεξάρτητος βουλευτής συνεργαζόμενος με τη Νέα Δημοκρατία.

Τον Απρίλιο του 1990 ανέλαβε για πρώτη φορά κυβερνητικό αξίωμα ως υπουργός Άνευ Χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, μέχρι τον Αύγουστο του 1991, οπότε ανέλαβε υπουργός Επικρατείας. Στις 30 Μαρτίου 1992, παραιτήθηκε από το αξίωμα του υπουργού για να αφοσιωθεί, όπως ανέφερε, στο συνθετικό του έργο. Ταυτόχρονα, δήλωσε υποστήριξη στην κυβέρνηση Μητσοτάκη και συμμετοχή στις εργασίες της Βουλής ως ανεξάρτητος βουλευτής συνεργαζόμενος με τη ΝΔ.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1992, ο Μίκης Θεοδωράκης υπέβαλε την παραίτησή του από την Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου, επειδή δέχθηκε στο διαγωνιστικό της τμήμα ταινία προερχόμενη από τη δημοκρατία των Σκοπίων, ως προερχόμενη από τη «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Το 1992 συνέθεσε τον ύμνο των Ολυμπιακών Αγώνων της Βαρκελώνης και την ίδια χρονιά, στις 12 Οκτωβρίου, κατέθεσε δήλωση ανεξαρτησίας στο προεδρείο της Βουλής, τερματίζοντας τη συνεργασία του με την κοινοβουλευτική ομάδα της ΝΔ, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι στηρίζει την πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Στις 9 Μαρτίου 1993 παραιτήθηκε από βουλευτής και ανέλαβε γενικός διευθυντής των μουσικών προγραμμάτων της ΕΡΤ.

Στις 16 Ιουνίου 1994 παραιτήθηκε από τη θέση του γενικού διευθυντή των μουσικών συνόλων της ΕΡΤ, καταγγέλλοντας την κυβέρνηση του Α. Παπανδρέου και τη γενική διεύθυνση της ΕΡΤ για προσπάθεια θανάτωσης του οργανισμού δια της μεθόδου της ασφυξίας. Η παραίτησή του έγινε δεκτή από το ΔΣ της ΕΡΤ στις 5 Οκτωβρίου. Τον Ιούνιο του 1996, ορίστηκε μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Τουρισμού που συστάθηκε από την υπουργό Ανάπτυξης Βάσω Παπανδρέου.

Σε αυτά τα 96 χρόνια έζησε όλο το φάσμα των στιγμών. Ως αποχαιρετισμό σε αυτή τη θρυλική ζωή, δέχτηκε την αποθέωση στο Καλλιμάρμαρο το 2017, όπου 1.000 χορωδοί από 30 πόλεις της Ελλάδας σχημάτισαν μία πελώρια χορωδία, η οποία με τη συνοδεία Συμφωνικής Μαντολινάτας απέδωσαν μερικά από τα αριστουργήματα του μεγάλου δημιουργού, μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες κόσμου.

follow us on social media